• Home »
  • ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ »
  • ”Ο Δράκος και η Παράξενη Χώρα”, ένα συμβολικό παραμύθι, του Χρήστου Μελίδη

”Ο Δράκος και η Παράξενη Χώρα”, ένα συμβολικό παραμύθι, του Χρήστου Μελίδη

Ο ΔΡΑΚΟΣ ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΧΩΡΑ

Ένα συμβολικό παραμύθι, του Χρήστου Μελίδη

 

”Κανείς δεν μπορεί να αλλάξει αυτό που είναι.

Η διαφορά είναι πως, κάποιοι το αγαπούν, και κάποιοι όχι.

Η ανάγκη, μπορεί να εκμαυλίσει.

Ο πραγματικός εχθρός, είναι πάντα μέσα μας”.

Τα λόγια του Μεγάλου Δράκου γυρνούσαν στο μυαλό του, καθώς τώρα ο νεαρός Δράκος πετούσε με προορισμό την Παράξενη Χώρα. Ήταν ένα μέρος όπου μαζεύονταν πολλά και διαφορετικά πλάσματα, τίποτα το παράξενο σ’αυτό. Όμως, ο μύθος έλεγε ότι η χώρα ήταν μαγεμένη, και μόλις έμπαινες σ’αυτήν, δεν μπορούσες να διακρίνεις το πραγματικό πρόσωπο του άλλου, παρά μόνο ότι ήθελες εσύ να δεις. Κάποιοι μάλιστα, ξεχνούσαν και ποιοί είναι, μένοντας για πολύ καιρό εγκλωβισμένοι εκεί. Στους Δράκους όμως, όπως ήταν αυτός, δεν έπιαναν αυτά τα μάγια. Θα πήγαινε λοιπόν να επισκεφθεί την Παράξενη Χώρα για να βγάλει χρήσιμα συμπεράσματα.

Ήταν ήδη δύο μέρες εκεί παρατηρώντας, και το πρώτο πράγμα που είδε ήταν πως όλοι μιλούσαν με όλους πολύ άνετα χωρίς να γνωρίζονται, και συνάμα σπάνια τηρώντας κάποιον κανόνα ευγένειας. Δεν τους πείραζε καθόλου, κανείς δεν έφευγε. Γιατί όλοι έψαχναν κάτι. Οι περισσότεροι όπως κατάλαβε, έψαχναν ταίρι. Σύντομα διαπίστωσε πως τα μάγια ήταν αληθινά, και όλοι έβλεπαν κάτι άλλο από αυτό που υπήρχε στην πραγματικότητα. Είδε μικρά ελάφια να μιλούν σε δηλητηριώδη φίδια, νομίζοντας πως είναι κι αυτά μικρά ελαφάκια, πάνθηρες να κάνουν παρέα με χιμπατζήδες, νομίζοντας πως είναι λιοντάρια. Σκέφτηκε πόσο δύσκολο πρέπει να ήταν γι’αυτούς να μην γνωρίζουν, δεν έφταιγαν όμως, ήταν τα μάγια. Η κοινή ανάγκη που τους συνέδεε, αυτή της επικοινωνίας. Ο Δράκος αποφάσισε να μιλήσει μαζί τους, για να παρατηρήσει καλύτερα τι συμβαίνει. Ξεκίνησε λοιπόν για το καλύτερο μέρος που υπήρχε εκεί. Το Γκριζοπράσινο Δάσος.

Εφόσον ο μύθος ήταν αληθινός, αναρωτήθηκε αν θα τον έβλεπε κανείς με την κανονική του μορφή. Οι Δράκοι, είναι πλάσματα που δεν μπορείς να πλησιάσεις εύκολα από κοντά, σχεδόν καθόλου. Το δέρμα τους είναι τόσο σκληρό που μόλις το αγγίζεις σε κάνει να τους μισήσεις μονομιάς, και τα αντανακλαστικά τους μπορούν να σε σκοτώσουν. Οι ίδιοι το γνώριζαν, γι’αυτό και προστάτευαν τον Κόσμο από την παρουσία τους. Κρύβονταν για αιώνες τώρα, κάνοντας μάλιστα όλους να πιστεύουν ότι η ύπαρξή τους δεν είναι παρά ένας θρύλος. Η καρδιά τους όμως, ήταν ένα άλλο θέμα. Κανείς δεν μπορούσε να κοιτάξει κατάματα την καρδιά ενός Δράκου, παρά μόνο ένας όμοιος του. Εάν όμως την άγγιζες, είχε την δύναμη να θεραπεύει. Γι’αυτή την καρδιά ήταν που τους κυνήγησαν οι στρατοί όλου του κόσμου, και η μοναχικότητα, έγινε δεύτερη φύση τους.

Στο Γκριζοπράσινο Δάσος, μια συμπαθητική ζέβρα ήταν η πρώτη που του μίλησε. Έψαχνε για ταίρι, και αυτός το κατάλαβε αμέσως. Ήταν μαγεμένη, δεν μπορούσε να δει ότι ήταν Δράκος, στα μάτια της αυτός ήταν μια αρσενική ζέβρα. Ακόμη και να ήταν το είδος του, ο Δράκος δεν έψαχνε ταίρι, στο Βασίλειο των Δράκων όλα γίνονταν μία φορά, και εκείνος είχε κάνει την πτώση του θανάτου. Αποφάσισε να την βοηθήσει. Της μίλησε, της είπε για τα μάγια, της έδειξε τον δρόμο για να βγει από την Παράξενη Χώρα, και την αποχαιρέτησε. Εκείνη ακολούθησε τις συμβουλές του, και λίγο καιρό μετά, επέστρεψε πίσω για να τον ευχαριστήσει, λέγοντάς του ότι είχε βρει το κατάλληλο ταίρι.

Της έγνεψε, και την αποχαιρέτησε.

Αποφάσισε πως αν του δινόταν η ευκαιρία θα βοηθούσε ξανά. Δεν ήταν ο κύριος σκοπός της επίσκεψής του εκεί, όμως ήταν κάτι που διδάχτηκε στο Βασίλειο των Δράκων. Και η ευκαιρία του δόθηκε, όταν λίγες μέρες μετά, γνώρισε έναν κύκνο. Ήταν πληγωμένος, και το ένα του φτερό είχε σπάσει. Κανείς όμως δεν τον βοηθούσε, γιατί κανείς δεν έβλεπε έναν κύκνο με σπασμένο φτερό. Ήταν τα μάγια. Σύντομα κατάλαβε πως και ο κύκνος αυτός, μαγεμένος, έψαχνε να βρει ταίρι. Τον βοήθησε όσο μπορούσε να γιατρευτεί, μέρα ή νύχτα, και μια μέρα ο κύκνος του είπε ότι τον νιώθει πλέον σαν οικογένειά του. Ο Δράκος όμως, ήξερε ότι μια μέρα ο κύκνος θα τον μισήσει. Γιατί το τραύμα του ήταν βαθύ, και για να τον βοηθήσει, έπρεπε να τον αφήσει να πλησιάσει περισσότερο απ’ότι έπρεπε, με συνέπεια ο κύκνος να αγγίξει το σκληρό του δέρμα. Ήταν το τίμημα που ο Δράκος πρόθυμα θα πλήρωνε. Λίγες μέρες μετά, ο κύκνος θεραπεύτηκε, και τότε είπε στον Δράκο ότι τον μισεί και δεν θέλει να τον ξαναδεί. Ο Δράκος, χαμογελώντας, τον αποχαιρέτησε.

Η περιήγησή του στο Δάσος συνεχιζόταν, και σύντομα διαπίστωσε πως ήταν ένα μέρος όπου γινόντουσαν πολλές επιθέσεις μεταξύ των κατοίκων. Δεν είχε συνηθίσει έτσι, και βλέποντας κάποιες φορές πιο αδύναμα πλάσματα να πληγώνονται, αποφάσισε να επέμβει. Στο δικό του Βασίλειο, επικρατούσε απολυτη ηρεμία, οι Δράκοι γεννιόντουσαν χωρίς θυμό, ήταν φονικές μηχανές και σκότωναν χωρίς οίκτο, μόνο όμως για να προστατεύσουν. Έτσι, όποτε έβλεπε μια άδικη επίθεση, την σταματούσε με ένα βρυχηθμό ή κάποιες φορές με την φωτιά απ’την ανάσα του.

Πέρασε έτσι κάποιος καιρός, και άρχισε να γίνεται γνωστός στο Δάσος. Προς έκπληξή του όμως, αντί αυτό να ευχαριστεί τους κατοίκους, εκείνοι δυσανασχετούσαν και άρχισαν να τον αγριοκοιτάζουν. Κάποιοι μάλιστα, του διαμήνυσαν να μην ανακατεύεται. Και τότε, κατάλαβε μονομιάς. Για κάποιους επισκέπτες το μέρος αυτό ήταν μια αρένα διασκέδασης όπου ικανοποιούσαν σκοτεινά συναισθήματα, είτε παρακολουθώντας, είτε ξεκινώντας οι ίδιοι μια επίθεση. Υπήρχαν και κάποιοι, οι ίδιοι υποκριτές, που έθεταν με ειρηνικό τρόπο ένα θέμα συζήτησης για την υποκρισία, συμφωνώντας με αυτούς που έλεγαν πόσο κακή είναι, ικανοποιώντας άλλο σκοτεινό κομμάτι του εαυτού τους. Και έπειτα, υπήρχαν και οι Ουδέτεροι. Οι Ουδέτεροι, δεν επενέβαιναν ποτέ, ακόμα κι αν κάποιος πέθαινε μπροστά τους, εκτός κι αν ανήκε στο είδος τους. Διασκέδαζαν μόνο, και επέστρεφαν σπίτι, πίσω στα προβλήματα τους. Ο Δράκος σκέφτηκε πως κανείς τους δεν έφταιγε πραγματικά.

Ήταν τα μάγια.

Ο καιρός όμως είχε περάσει και η επίσκεψη του Δράκου στην Παράξενη Χώρα είχε φτάσει στο τέλος της. Τώρα, θα επέστρεφε πίσω στο δικό του Βασίλειο, για να εξιστορήσει όσα θαυμαστά είδε και συνάντησε. Λίγο πριν βγεί όμως από την Παράξενη Χώρα, άκουσε μια φωνή πίσω του να λέει ‘Στο καλό νεαρέ Δράκε’. Έκπληκτος, γύρισε και αντίκρισε έναν γέρο ασβό. Τον κοίταξε, μη μπορώντας να καταλάβει πώς αυτός ο μικροσκοπικός ασβός διέκρινε την πραγματική του μορφή χωρίς να επηρεάζεται από τα μάγια. Έτσι λοιπόν του είπε: ‘Σοφέ Γέροντα, είμαι πράγματι Δράκος. Πώς όμως κατάφερες να λύσεις τα μάγια και να δεις την πραγματική μου μορφή;’

Και τότε ο γερο-ασβός του απάντησε:

‘Μα δεν υπάρχουν μάγια νεαρέ Δράκε. Ποτέ δεν υπήρχαν.

Είναι απλά μια ιστορία που επινόησαν οι κάτοικοι της Παράξενης Χώρας για να δικαιολογούν τις πράξεις τους.’

Ο νεαρός Δράκος χαμογέλασε, και πέταξε μακριά.

”Κανείς δεν μπορεί να αλλάξει αυτό που είναι.

Η διαφορά είναι πως, κάποιοι το αγαπούν, και κάποιοι όχι.”

Τα λόγια του Μεγάλου Δράκου, γυρνούσαν στο μυαλό του.

 

Το Off the Record σε Facebook και Twitter